Τετάρτη, 19 Δεκ, 2018
Βονιφατίου, Αγλαϊας.
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
Τ.Θ. 1602
Τ.Κ. 51006 Θεσσαλονίκη
Τηλ.: 2310 286247
Fax.: 2310 276590

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΜΕ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ (Β')



Ἁγίου Κυρίλλου τοῦ Θεσσαλονικέως
 ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ ΧΑΖΑΡΟΥΣ*

(Β'  ΜΕΡΟΣ)

      Στὸ προηγούμενο μέρος τῆς στήλης τῶν «Διαλόγων Ἀληθείας» παρουσιάσαμε τμῆμα τοῦ διαλόγου τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου τοῦ Θεσσαλονικέως καὶ Φωτιστοῦ τῶν Σλάβων μὲ τοὺς Χαζάρους ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀσπασθεῖ τὸν Ἰουδαϊσμό. Ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος γινόταν κατενώπιον τοῦ Χαγάνου, τοῦ ἡγεμόνος δηλαδὴ τῶν Χαζάρων, καὶ τῶν ἀξιωματούχων του, εἶχε ὡς σκοπὸ νὰ ὁδηγήσει στὸν ἔλεγχο τῆς ἀληθείας τῶν ἐπικρατουσῶν θρησκειῶν, Χριστιανισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ καὶ Μουσουλμανισμοῦ, ἐπειδὴ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν δύο τελευταίων πίεζαν τὸν Χαγάνο γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἐκ μέρους του ἀποδοχὴ καὶ τὴν ἐπικράτηση μιᾶς ἐξ αὐτῶν στὴ Χαζαρία. Στὸ ἀνὰ χείρας τεῦχος περατώνουμε τὴν παρουσίαση αὐτή, μὲ τὴν προβολὴ καὶ ἑρμηνεία τῶν ὑπολοίπων θεμάτων ποὺ τέθηκαν στὴ συζήτηση αὐτή1, μία μέρα εὐλογημένη, τουλάχιστον γιὰ τὶς ψυχὲς πολλῶν Χαζάρων, πρὶν ἀπὸ 1139 χρόνια!
       Ὁ εὐλογημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἰουδαῖοι ἰσχυρίστηκαν πώς, βάσει τῆς εὐλογίας τοῦ Νῶε πρὸς τὸν υἱὸ τοῦ Σήμ, εὐλογημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὡς προερχόμενος ἀπὸ τὸ Σήμ, εἶναι ὁ ἰσραηλιτικός. ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὑπενθύμισε καὶ τὴ δεύτερη εὐχὴ τοῦ Νῶε πρὸς τὸν ἄλλο υἱό του, τὸν Ἰάφεθ, πρόγονο τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, ἡ ὁποία προμήνυε τὴν ἐπέκταση τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰάφεθ στὴν κληρονομιὰ τοῦ Σήμ. Ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός. Στοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἰσχυρίστηκαν ὅτι δὲν πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ στηρίζονται στὸν ἐσταυρωμένο Χριστό, διότι ἡ Γραφὴ θεωρεῖ τοὺς σταυρωμένους καταραμένους, ὁ ἅγιος Φιλόσοφος τόνισε ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἐλπίζουν σ' αὐτὸν ποὺ ἐλπίζουν καὶ οἱ συγγραφεῖς τῶν Γραφῶν, τὸ Μεσσία, ποὺ εἶναι μὲν ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός. Ἡ περιτομή. Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι πρόβαλαν τὴ φαινομενικὴ ἀσυνέπεια τῶν Χριστιανῶν νὰ ἀπορρίπτουν τὴν περιτομή, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὴν ὑπέστη, ὁ Ἅγιος Κύριλλος τόνισε ὅτι αὐτὸς ποὺ νομοθέτησε τὴν περιτομὴ διὰ τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, εἶχε τὴν ἐξουσία ὡς Χριστὸς καὶ νὰ τὴν καταργήσει, ὅπως καὶ ἔκανε. ἄλλωστε ἡ περιτομὴ δόθηκε ὡς κεκρυμμένο σημάδι κατὰ τῆς πολυγαμίας, ἀντικαταστάθηκε δὲ μὲ τὴν πνευματικὴ περιτομή, τὸ Βάπτισμα. Ἡ τιμὴ τῶν εικόνων. Οἱ Ἰουδαῖοι κατηγόρησαν τὸ Χριστιανισμὸ ὡς ἐμπίπτοντα σὲ εἰδωλολατρία, λόγω τῆς «λατρείας» τῶν εἰκόνων. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὑπενθύμισε ὅτι καὶ στὴ μωσαϊκὴ Νομοθεσία ἐπιβάλλεται ἡ ὕπαρξη εἰκόνων. τὴν εἰδοποιὸ διαφορά τους ἀπὸ τὰ εἴδωλα τὴν κάνει ὁ σκοπὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τιμῶνται. ἔτσι καὶ οἱ χριστιανικὲς εἰκόνες ἀνάγουν τὴν πρὸς τοὺς ἀπεικονιζομένους Ἁγίους τιμὴ στὸ Θεό, καὶ ὄχι στοὺς δαίμονες, ὅπως συμβαίνει διὰ τῶν εἰδώλων. Οἱ τελετουργικὲς περὶ ἀκαθάρτων ζώων διατάξεις. Οἱ Ἰουδαῖοι ρώτησαν καὶ πάλι πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ Χριστιανοὶ νὰ τρώγουν κρέας ζώων ποὺ ὁ Νόμος θεωρεῖ ἀκάθαρτα. Ὁ σοφὸς Φιλόσοφος τοὺς διευκρίνησε ὅτι ὁ Θεός, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ἡ Ἁγία Γραφή, ἔχει δημιουργήσει τὰ πάντα καθαρά. ἦταν ἡ λαιμαργία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἐκείνη ποὺ κίνησε τὸ Θεὸ στὴν ἀπαγόρευση μερικῶν εἰδῶν τροφῶν ὡς ἀκαθάρτων, γιὰ νὰ ἀναστείλει τὴν ἀκόρεστη ἐπιθυμία. Ἡ ἀληθινὴ πίστη. Ὅταν οἱ συζητητὲς τοῦ Ἁγίου ζήτησαν ἀπ' αὐτὸν νὰ τοὺς δικαιολογήσει μὲ παραδείγματα καὶ βάσει τῆς λογικῆς τὴν κρίση του σχε­τικῶς μὲ τὸ ποιὰ πίστη εἶναι ἀληθινή, ὁ Ἅγιος τοὺς ἀπέδειξε πὼς τέλεια πίστη εἶναι ἡ χριστιανική, διότι μόνον αὐτὴ ἀναιρεῖ τελείως τὶς ρίζες τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας καὶ φορᾶς, τὴν φιλοδοξία καὶ φιληδονία, ὅπως σωστὸς γιατρὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δίδει στὸν ἀσθενὴ ἀντίδοτα καὶ ὄχι συνταγὲς ποὺ ἐπιτείνουν τὴν ἀσθένεια. Ὁ Μωάμεθ ὡς προφήτης.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς παρόντες Μουσουλμάνους, προσπάθησε νὰ ἀποσπάσει καλὴ κουβέντα τοῦ ἱεραποστόλου μας γιὰ τὸν προφήτη Μωάμεθ, ἐφ' ὅσον καὶ ἐκεῖνος εἶχε ἐκφρασθεῖ θετικὰ γιὰ τὸ Χριστό. Ὁ φιλόσοφος τοῦ ὑπενθύμισε ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη Δανιήλ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξει μετὰ Χριστὸν προφήτης. καὶ εἶναι βέβαια ἀδύνατο νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἀξιοπιστία τοῦ Δανιὴλ ὑπὲρ αὐτῆς τοῦ Μωάμεθ.
       Ὁ διάλογος τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου τοῦ Θεσσαλονικέως, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἄλλων κατὰ καιρούς συνομιλητῶν τῶν Ἰουδαίων, ἔχει ὡς κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τὶς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ἐκπλήρωσή τους στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ χριστολογικὸς καὶ ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ φανερούμενος χαρακτήρας ὁλόκληρης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἡ μόνη ἑρμηνευτικὴ κλείδα τοῦ περιεχομένου της. ἡ ἄρνησή του, ἂν καὶ σεβαστὴ ὡς δικαίωμα τῶν Ἰουδαίων (καὶ ὄχι βέβαια ὡς ἄποψη), κατακρίθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο «τὸν ἐτάζοντα καρδίας καὶ νεφρούς»2, ὡς ἀποτέλεσμα ἐθελοτυφλίας καὶ πονηρίας3. μὲ βάση τὴ διάγνωση αὐτὴ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἔχουμε πάντοτε ὑπ' ὄψη πὼς μεγάλη μερίδα τῶν σημερινῶν Ἰουδαίων, βάσει μακραίωνης ταλμουδικῆς παιδείας, ὑπηρετεῖ συμφέροντα ὄχι θεϊκὰ καὶ προετοιμάζει τὴν ἔλευση ἄλλου Χριστοῦ4 (ἐφ' ὅσον οἱ Γραφὲς ἀπαιτοῦν τὴν ἔλευση ἑνὸς Χριστοῦ)
ἂς εἴμαστε λοιπὸν περισσότερο προσεκτικοὶ ἔναντι ἀπόψεων ποὺ τονίζουν τὶς κοινὲς ἀρχὲς καὶ προοπτικὲς τῶν «τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν» (Χριστιανισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ, Ἰσλάμ), ἐνθυμούμενοι ὅτι ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Υἱό, οὔτε καὶ στὸν Πατέρα πιστεύει.5, καὶ ὅτι ἡ ταυτόχρονη ἀποδοχὴ πολλῶν ἀλληλοαναιρούμενων ἑρμηνειῶν μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Γραφῆς μόνο σὲ μασωνικές, νεογνωστικὲς καὶ ἄλλες ἀποκρυφιστικὲς ἐξηγητικὲς ἀρχὲς θὰ προσιδίαζε καὶ ὄχι βέβαια στὴν κοινὴ καὶ μὲ θαυμαστὴ σύμπνοια ἐκφαινόμενη πίστη τῶν Ἰουδαίων Προφητῶν, τῶν Ἰουδαίων Ἀποστόλων καὶ τῶν λοιπῶν Πατέρων καὶ θεοφόρων Διδασκάλων μας. ἔναντι τῶν ὁποίων ἔχουμε ὡς ἐλάχιστη ὀφειλὴ τόσο τὴ διατήρηση τῆς μοναδικῆς ἀληθείας, ὅσο καὶ τὴ μαρτυρία τῆς μοναδικότητός της.  

 

Τὸ κείμενο τοῦ διαλόγου (συνέχεια)

       Τότε οἱ Ἰουδαῖοι εἶπαν πάλι: «Ἐμεῖς καταγόμαστε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη φυλὴ τοῦ Σήμ. εἴμαστε εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὸ Νῶε, ἐσεῖς ὅμως δὲν εἶστε». Ἔναντι τοῦ ἰσχυρισμοῦ τους αὐτοῦ καὶ γιὰ νὰ τοὺς διαφωτίσει, ὁ Φιλόσοφος εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἡ εὐλογία τοῦ πατέρα σας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὕμνος πρὸς τὸ Θεὸ καὶ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο. Ἔχει δηλαδὴ ὡς ἑξῆς «Εὐλογητὸς ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Σήμ»6. στὸν Ἰάφεθ, ὅμως, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καταγόμαστε ἐμεῖς7, εἶπε: «Ἂς ἐξαπλώσει ὁ Θεὸς τὸν Ἰάφεθ καὶ νὰ κατοικήσει στοὺς οἴκους τοῦ Σήμ»8. Τοὺς ἔδωσε ἀκόμη ἐξηγήσεις ἀπὸ τοὺς Προφῆτες καὶ ἀπὸ ἄλλα βιβλία τῆς Γραφῆς καὶ δὲ σταμάτησε, μέχρις ὅτου καὶ οἱ ἴδιοι εἶπαν: «Ἔτσι εἶναι, ὅπως τὰ λέγεις ἐσύ».
       Ἔπειτα τοῦ εἶπαν πάλι. «Πῶς συμβαίνει καὶ σεῖς, ἐνῶ ἐλπίζετε σὲ ἄνθρωπο, νὰ φαντάζεστε παρὰ ταῦτα ὅτι εἶναι εὐλογημένος, ἂν καὶ ἡ Γραφὴ καταριέται ἕνα τέτοιου εἴδους ἄνθρωπο;9». Ὁ Φιλόσοφος τοὺς ἀπάντησε «Ὁ Δαβὶδ εἶναι καταραμένος ἢ εὐλογημένος;». «Βεβαίως εἶναι εὐλογημένος», ἀπάντησαν ἐκεῖνοι10. Τότε εἶπε ὁ Φιλόσοφος: «Λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἐλπίζουμε σ' αὐτὸν πάνω στὸν Ὁποῖο καὶ ὁ Δαβὶδ στηρίζει τὶς ἐλπίδες του. διότι λέγει στοὺς Ψαλμούς. «Καὶ μάλιστα ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, στὸν ὁποῖο ἔλπισα»11. Αὐτὸς δὲ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι ὁ Θεός12. Αὐτὸν ὅμως ποὺ ἐλπίζει σὲ κοινὸ ἄνθρωπο, τὸν νομίζουμε καὶ μεῖς καταραμένο.
      Τότε οἱ Ἰουδαῖοι προέβαλαν πάλι ἄλλο θέμα καὶ εἶπαν. «Πῶς γίνεται ὥστε σεῖς οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀπορρίπτετε τὴν περιτομή13, ἐνῶ ὁ Χριστὸς δὲν τὴν ἀπέκρουσε, ἀλλὰ τὴν ἐκπλήρωσε κατὰ τὸ Νόμο;»14. Ὁ Φιλόσοφος ἀπάντησε. «Αὐτὸς ποὺ κάποτε εἶπε στὸν Ἀβραάμ. αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖο τῆς διαθήκης, ποὺ ἐγὼ δίνω ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σᾶς15, ὁ Ἴδιος ἐκπλήρωσε τὴν περιτομή, ὅταν ἦλθε, διότι αὐτὴ εἶχε ἀξία ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀβραὰμ μέχρι τότε16. Γιὰ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο, ὅμως, δὲν ἐπέτρεψε Ἐκεῖνος νὰ ὑπάρχει πιά, ἀλλὰ μᾶς ἔδωσε τὸ Βάπτισμα»17. «Γιατὶ λοιπὸν πρωτύτερα, ἀπάντησαν ἐκεῖνοι, εὐαρέστησαν στὸ Θεὸ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔλαβαν τὸ σημάδι αὐτό, ἀλλ' ἐκεῖνο τοῦ Ἀβραάμ;» «Προφανῶς ἐπειδὴ κανεὶς ἀπ' αὐτούς δὲν εἶχε δύο γυναῖκες, παρὰ μόνον ὁ Ἀβραάμ18. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τοῦ ἐπέβαλε καὶ τὴν περιτομή, ὡς ὅριο, γιὰ νὰ μὴ τὸ ὑπερβεῖ παραπάνω, ἀλλὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα τοῦ πρώτου προπάτορος, τοῦ Ἀδάμ, καθ' ὅλο τὸ μέλλοντα χρόνο, καὶ νὰ περιπατοῦν σύμφωνα μ' αὐτό. Ἔτσι ἔπραξε καὶ στὸν Ἰακὼβ ναρκώνοντας τὸ νεῦρο τοῦ μηροῦ του19, ἐπειδὴ ἔλαβε τέσσερεις γυναῖκες20. Ὅταν μάλιστα ὁ Ἰακὼβ κατανόησε τὴν αἰτία ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς τοῦ προξένησε τὴν ἀπονάρκωση αὐτή, τὸν ὀνόμασε ὁ Θεὸς «Ἰσραήλ», δηλαδὴ «θέα Θεοῦ, διότι εἶδα τὸ Θεὸ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο»21. Καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ ἔπειτα δὲν ἦλθε πλέον σὲ ἐπαφὴ μὲ γυναίκα22. Ὅμως ὁ Ἀβραὰμ δὲν τὸ κατάλαβε αὐτό23.
       Οἱ Ἰουδαῖοι ρώτησαν πάλι: «Πῶς γίνεται σεῖς νὰ λατρεύετε εἴδωλα καὶ παρὰ ταῦτα νὰ νομίζετε ὅτι ἀρέσετε στὸ Θεό;»24. Ὁ Φιλόσοφος τότε τοὺς εἶπε. «Σᾶς παρακαλῶ μάθετε πρῶτα νὰ διακρίνετε τὶς ὀνομασίες, τί δηλαδὴ εἶναι εἰκόνα καὶ τί εἶναι εἴδωλο, καὶ ἀφοῦ κατανοήσετε τὴ διαφορά, μὴν ἐπιτίθεσθε κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Στὴ γλῶσσα σας ὑπάρχουν δέκα ἐκφράσεις ποὺ δηλώνουν τὴν εἰκόνα. Ἀλλὰ τώρα θὰ σᾶς ρωτήσω. δὲν ἦταν μία εἰκόνα ἡ σκηνὴ τὴν ὁποία εἶδε ὁ Μωυσὴς στὸ Ὄρος καὶ τὴν κατέβασε25; Δὲν κατασκεύασε μὲ τὴ βοήθεια τῆς τέχνης τὸ ἀπείκασμα τῆς εἰκόνος, δηλαδὴ μία παρόμοια εἰκόνα ἐφοδιασμένη μὲ πόρπες, δέρματα, τάπητες ἀπὸ κατσικίσιο μαλλὶ καὶ Χερουβίμ26; Ἐπειδή, λοιπόν, ἐκεῖνος κατασκεύασε τέτοια πράγματα, θὰ ποῦμε ὅτι καὶ σεῖς γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τιμᾶτε τὸ ξύλο, τὰ δέρματα καὶ τὶς τρίχες ἀπὸ τὶς κατσίκες καὶ λατρεύετε αὐτὰ καὶ ὄχι τὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔδωσε τέτοια εἰκόνα; Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸ Ναὸ τοῦ Σολομώντα, διότι καὶ ἐκεῖνος εἶχε εἰκόνες Χερουβὶμ καὶ ἀγγέλων καθὼς καὶ εἰκόνες ἄλλων πραγμάτων27. Καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, λοιπόν, κατασκευάζουμε εἰκόνες τέτοιων προσώπων, εὐάρεστων στὸ Θεὸ καὶ τιμοῦμε28 τὰ πρόσωπα αὐτά, γνωρίζουμε ὡστόσο νὰ διακρίνουμε τὸ ἀγαθὸ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῶν δαιμόνων29. Ἡ Γραφὴ κατηγορεῖ ἐπίσης ἀφ' ἑνὸς ὅσους θυσιάζουν τοὺς υἱούς καὶ τὶς θυγατέρες τους30 καὶ κηρύττει ὅτι θεία ὀργὴ εὑρίσκεται πάνω τους, ἀφ' ἑτέρου, ὅμως, ἐπαινεῖ ἄλλους ποὺ θυσιάζουν τοὺς υἱούς καὶ τὶς θυγατέρες τους31.
       «Πῶς συμβαίνει, ξαναρώτησαν οἱ Ἰουδαῖοι, νὰ τρῶτε κρέας χοίρου καὶ λαγοῦ καὶ ὡστόσο νὰ μὴν ἀντιτίθεστε στὸ Θεό;»32. «Ἡ πρώτη διαθήκη, ἀπάντησε ὁ Φιλόσοφος, ὁρίζει. νὰ τρώγετε τὰ πάντα ὡς λάχανα χόρτου33, διότι γιὰ τοὺς καθαρούς εἶναι ὅλα καθαρά, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀκαθάρτους εἶναι καὶ ἡ συνείδησή τους μολυσμέ­νη34. Καὶ στὴ Γένεση λέγει ὁ Θεὸς «Ἰδού, τὰ πάντα εἶναι πολὺ καλά»35. Ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθυμίας ἐξαίρεσε ὁ Θεὸς μερικὰ διότι «ἔφαγε ὁ Ἰακώβ, λέγει, καὶ γέμισε καὶ ἀποσκίρτησε ὁ ἀγαπημένος»36 καὶ ἀλλοῦ «Καὶ κάθισε ὁ λαὸς νὰ φάγει καὶ νὰ πιεῖ καὶ σηκώθηκαν νὰ παίξουν»37.
       (Αὐτὰ ἐμεῖς τὰ συντομεύσαμε ἀπὸ τὸ σύνολο καὶ τὰ καταγράψαμε σὲ βραχύτερη μορφὴ ἀπὸ μνήμης. Ὅποιος, ὅμως, ἐπιθυμεῖ νὰ διαβάσει τὶς ἱερὲς αὐτὲς συνομιλίες στὴν πλήρη μορφή τους, θὰ τὶς βρεῖ στὰ συγγράμματα ποὺ μετέφρασε ὁ διδάσκαλός μας καὶ ἀρχιεπίσκοπος Μεθόδιος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Φιλοσόφου Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος τὶς διαίρεσε σὲ ὀκτὼ βιβλία.38
θὰ δεῖ σ' αὐτὲς τὴν ἰσχύ τῶν λόγων του, τὴν ὁποία τοῦ δώρησε ἡ θεία Χάρις, ὅπως καὶ τὴ φλόγα ποὺ κατακαίει τοὺς ἐχθρούς ).
       Ἀφοῦ ἄκουσε ὁ Χαγάνος τῶν Χαζάρων μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντές του ὅλα αὐτὰ τὰ γλυκὰ λόγια καὶ ἄλλα παρόμοια, εἶπε πρὸς αὐτόν. «Ὁ Θεὸς σὲ ἔστειλε γιὰ νὰ μᾶς οἰκοδομήσεις καί, ἀφοῦ φωτίσθη­κες ἀπ' Αὐτόν, κατανοεῖς ὅλη τὴ Γραφή39. τὰ εἶπες ὅλα μὲ τὴ σειρὰ καὶ μᾶς χόρτασες μὲ τὰ μελιστάλακτα λόγια τῆς Γραφῆς. Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε λαὸς ποὺ δὲν ἔχει βι­βλία40 καὶ ἐν τοῦτοις πιστεύουμε ὅτι αὐτὰ ρυθμίστηκαν ἀπὸ τὸ Θεό. Ἐὰν ὡστόσο σὺ ἐπιθυμεῖς πέρα ἀπ' αὐτὰ νὰ φέρεις τὴν εἰρήνη στὶς ψυχές μας, ἀνάπτυξε ὁλόκληρη τὴ διδασκαλία κατὰ σειρὰ μὲ παραβολές, σύμφωνα μὲ τὶς ἐρωτήσεις μας. Ἔτσι χωρίστηκαν γιὰ νὰ ἀνα­παυθοῦν.
       Ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν τὴν ἐπόμενη μέρα, τοῦ εἶπαν. «Σεβαστὲ ἄνθρωπε, ἐξήγησέ μας μὲ παραβολὲς καὶ σύμφωνα μὲ τὴ λογική, ποιὰ πίστη εἶναι ἡ ἄριστη ἀνάμεσα σὲ ὅλες».
       Ὁ Φιλόσοφος τοὺς ἀποκρίθηκε: «Δύο σύζυγοι βρίσκονται πλησίον ἑνὸς βασιλέως καὶ ἀπελάμβαναν μέγιστη τιμὴ καὶ πολλὴ ἀγάπη ἀπ' αὐτόν41. Ἐπειδὴ ὅμως ἁμάρτησαν, ὁ βασιλεὺς τοὺς ἐξόρισε διώχνοντάς τους ἀπὸ τὴ χώρα του. Ἔχοντας ζήσει πολλὰ χρόνια μακρά, γέννησαν παιδιὰ μέσα στὶς θλίψεις τους. Κατόπιν τὰ παιδιὰ συναντήθηκαν καὶ σκέ­φθηκαν ἀπὸ κοινοῦ πῶς θὰ τοὺς ἦταν δυνατὸ νὰ ἀποκτήσουν ἐκ νέου τὴν τιμητικὴ θέση. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ μίλησε ἔτσι, τὸ ἄλλο ἀλλιῶς καὶ κάποιο ἄλλο ἔκανε διαφορετικὴ πρόταση. Ἀλλὰ μὲ ποιὰ συμβουλὴ θὰ συμφωνοῦσε κανείς; Ὄχι με τὴν καλύτερη»; Τότε τοῦ εἶπαν. «Γιατὶ ὁμιλεῖς ἔτσι; Καθένας φρονεῖ ὅτι ἡ δική του συμβουλὴ εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴν ἄλλη. Παρομοίως καὶ οἱ Ἰουδαῖοι βλέπουν τὴ δική τους ὡς καλύτερη, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι τὴ δική τους. Ἐξήγησέ μας, λοιπόν, ποιὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε ὡς καλύτερη ὅλων;». «Τὸ πῦρ δοκιμάζει τὸ χρυσὸ καὶ τὸ ἀσήμι, εἶπε ὁ Φιλόσοφος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ λογικὸ διακρίνει τὸ ψεῦδος ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Γι' αὐτὸ πέστε μου, ἀπὸ ποῦ προ­ῆλθε ἡ πρώτη πτώση στὴν ἁμαρτία; Δὲν προῆλθε ἀπὸ τὴ θέα τοῦ καρποῦ καὶ τὴν ἐπιθυμία τῆς θεοποιήσεως;»42. «Ναί, ἔτσι εἶναι». «Κάποιος ἔχει κάποια βλάβη στὴν ὑγεία του43, διότι ἔφαγε μέλι ἢ ἤπιε κρύο νερὸ καὶ ἔρχεται ὁ γιατρὸς καὶ τοῦ λέγει "φάγε, λοιπόν, ἄφθονο μέλι καὶ θὰ γίνεις ὑγιής".
λέγει καὶ σ' αὐτὸν ποὺ ἤπιε παγωμένο νερὸ. "πιὲς ἄφθονο κρύο νερὸ καὶ βγὲς γυμνὸς ἔξω στὸν παγετὸ καὶ θὰ γίνεις καλά". Ἕνας ἄλλος γιατρός, ὅμως, δὲν λέγει αὐτά, ἀλλὰ διατάζει στὸν ἀσθενὴ νὰ πάρει ἕνα ἀντίδοτο, δηλαδὴ ἀντὶ τοῦ μέλιτος νὰ πιεῖ κάτι πικρὸ ἢ νὰ νηστεύσει, ἀντὶ τοῦ κρύου νεροῦ νὰ πιεῖ κάτι ζεστὸ καὶ νὰ θερμαν­θεῖ. ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο εἶναι καλύτερος γιατρός;». Ὅλοι ἀποκρίθηκαν: «Αὐτὸς ποὺ ἔδωσε τὸ ἀντίδοτο. πρέπει κανεὶς μὲ τὴν πικρία τῆς ζωῆς αὐτῆς νὰ νεκρώσει τὴ γλυκύτητα τῶν ἐπιθυμιῶν44, μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη νὰ νεκρώσει τὴν ὑπερηφάνεια, καὶ κάθε κακὸ ἐπίσης νὰ τὸ γιατρεύσει μὲ τὸ ἀντίθετό του. Ἔχουμε δὲ καὶ ἐμεῖς μία παροιμία: «Δένδρο ποὺ βγάζει στὴν ἀρχὴ ἀγκάθι, στὸ τέλος γλυκὸ καρπὸ θὲ ν' ἀποφέρει». «Καλῶς ὁμιλήσατε, συνέχισε ὁ Φιλόσοφος. ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ δείχνει μὲν τὴν αὐστηρότητα τῆς κατὰ Θεὸν ζωῆς, ὅμως μετὰ ἀπὸ αὐτὰ "εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς"45 ἀποφέρει ἑκατονταπλάσιο καρπό»46.     
       Ἕνας ἀπ' αὐτούς, σύμβουλος τοῦ Χαγάνου, ποὺ γνώριζε καλὰ ὅλη τὴν κακότητα47 τῶν Σαρακηνῶν, ρώτησε τὸ Φιλόσοφο«Πὲς μας, ξένε, πῶς γίνεται νὰ μὴν ἀναγνωρίζετε τὸ Μωάμεθ; Αὐτὸς στὶς Γραφὲς του ἐπαίνεσε πολὺ τὸ Χριστό. Λέγει ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο, ἀδελφὴ τοῦ Μωυσέως, ὅτι εἶναι μέγας προφήτης, πὼς ἀνέστησε νεκρούς καὶ ἐθεράπευσε μὲ μεγάλη δύναμη κάθε ἀσθένεια48. Ὁ Φιλόσοφος τοῦ ἀπάντησε: «Ἂς κρίνει ὁ Χαγάνος μεταξὺ ἡμῶν τῶν δύο». εἶπε δὲ καὶ τὰ ἑξῆς. «Ἂν ὁ Μωάμεθ εἶναι προφήτης,  πῶς μποροῦμε τότε νὰ πιστεύσουμε στὸ Δανιήλ; Διότι ἐκεῖνος εἶπε «Ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ ἑξῆς κάθε ὅραση καὶ προφητεία σφραγίσθηκε»49. Ὅμως ὁ Μωάμεθ ἔζησε μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ50. Πῶς μπορεῖ, λοιπόν, νὰ εἶναι προφήτης;  Ἂν τὸν ὀνομάσουμε προφήτη, τότε ἀπορρίπτουμε τὸ Δανιήλ».
       Τότε καὶ πολλοὶ ἀπ' αὐτούς εἶπαν: «Ὅ,τι εἶπε ὁ Δανιὴλ τὸ εἶπε διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ γιὰ τὸ Μωάμεθ ποὺ ξεστόμισε τὶς πλᾶνες του μόνο γιὰ κακία καὶ ἀκολασία, γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι εἶναι ψεύτης καὶ διαφθείρει τὴ σωτηρία».
       Γιὰ ὅλα αὐτὰ ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Χαγάνου εἶπε ἀνάμεσά τους ἀπευθυνόμενος στοὺς Ἰουδαίους φίλους: «Αὐτὸς ὁ ξένος μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ κατεπάτησε στὸ ἔδαφος τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Σαρακηνῶν, ἀλλὰ καὶ τὴ δική σας τὴν ἀνέτρεψε ὡς ἄξια ντροπῆς». Τότε εἶπε καὶ σ' ὅλο τὸ λαό. «Ὅπως ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸ Χριστιανὸ Αὐτοκράτορα ἐξουσία πάνω σ' ὅλους τοὺς λαούς51 καὶ τέλεια σοφία, ἔτσι χάρισε καὶ στοὺς Χριστιανούς τὴν πίστη ἐκείνη χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τὴν αἰώνια ζωή. Τῷ Θεῷ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας» καὶ ὅλοι εἶπαν «Ἀμήν». Τότε ὁ Φιλόσοφος δακρυσμένος εἶπε πρὸς ὅλους: «Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, φίλοι καὶ τέκνα.  Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε σ' ὅλους ἐπίγνωση καὶ κατάλληλη ἀπάντηση.  Ἂν ὅμως ὑπάρχει κανεὶς ποὺ ἀντιλέγει, πρέπει νὰ ἔλθει σ' ἐμένα καὶ νὰ μὲ κτυπήσει μὲ ἐπιχειρήματα ἢ νὰ ἡττηθεῖ. Αὐτὸς ποὺ ὑπακούει στὰ λόγια μου ἂς βαπτισθεῖ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. αὐτὸς ὅμως ποὺ δὲν ἐπιθυμεῖ (καὶ γι' αὐτὸ δὲ θὰ βαρύνει ἐμένα ἡ ἁμαρτία52) θὰ δεῖ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν θὰ κατέλθει ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν ὡς Κριτής53, γιὰ νὰ κρίνει τοὺς λαούς»54.
       Ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν. «Δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ γίνουμε ἐχθροὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλ' ὅποιος μπορεῖ, καὶ ἔτσι ὁρίζουμε καὶ ἐμεῖς, ἂς βα­πτισθεῖ μὲ τὴ θέλησή του, καὶ μάλιστα σήμερα, ἂν ἐπιθυμεῖ. Ὅποιος ὅμως ἀπὸ σας προσκυνεῖ πρὸς τὴ Δύση55, ὅποιος ἀπαγγέλει ἰουδαϊκὲς προσευχὲς ἢ πιστεύει στὴ σαρακηνὴ πίστη, αὐτὸς θὰ θανατωθεῖ γρήγορα ἀπὸ ἀνάμεσά μας»56. Καὶ ἔτσι χωρίστηκαν γεμάτοι χαρά. Βαπτίσθηκαν ἀπ' αὐτούς διακόσιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀποκήρυξαν τὰ εἰδωλολατρικὰ βδελύγματα καὶ τοὺς παράνομους γαμικούς δεσμούς τους57. Στὸν Αὐτοκράτορα ἔγραψε ὁ Χαγάνος58 τὰ ἑξῆς. «Κύριε, μᾶς ἀπέστειλες τέτοιον ἄνθρωπο, ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς λέξεις καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστεως μᾶς διευκρίνησε τὴν πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα. Καταλάβαμε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ πίστη καὶ διατάξαμε νὰ βαπτι­σθοῦν ἐκουσίως, ἐλπίζουμε δὲ ὅτι καὶ μεῖς θὰ τύχουμε τῆς χάριτος αὐτῆς. Ἐμεῖς πάντες εἴμαστε σύμμαχοι τοῦ κράτους σου καὶ ἕτοιμοι νὰ σὲ ὑπηρετήσουμε παντοῦ ὅπου θελήσεις»59.
       Μετὰ συνόδευσε ὁ Χαγάνος, τὸ Φιλόσοφο καὶ τοῦ προσέφερε πολλὰ δῶρα, ἐκεῖνος ὅμως δὲν τὰ δέχθηκε, ἀλλ' εἶπε.
«Δὸς μου ὅσους Ἕλληνες αἰχμαλώτους ἔχεις ἐδῶ. αὐτοὶ ἀξίζουν γιὰ μένα περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε δῶρο». Τότε συγκέντρωσαν διακοσίους αἰχμαλώτους, τοῦ τοὺς ἔδωσαν καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ ταξίδι του γεμᾶτος χαρά.  

Ἐπιμέλεια
γλωσσικὴ ἀπόδοση - παρουσίαση
Νικόλαος Ζήσης

 

* Συνέχεια ἀπὸ προηγούμενο.

 

  • 1. Τὸ παρὸν κείμενο εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν 10η καὶ ὁλόκληρη ἡ 11η παράγραφος τοῦ Βίου Κωνσταντίνου, Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 12 (1967) σελ. 134-138. Τὸ ἐδῶ κείμενό μας ἀποτελεῖ τμῆμα τοῦ δευτέρου καὶ ὅλο τὸ τρίτο μέρος τῆς συζητήσεως μὲ τοὺς Ἰουδαίους.
  • 2. Πρβλ. Ψαλμ. 7,10. Ἰω. 2, 24. 25.
  • 3. Βλ. ἐνδεικτικῶς Ἰω. 3, 18-21. 5, 38-47. 8, 39-47.
  • 4. ω. 5, 43· «ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με. ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε».
  • 5. Ἀ' Ἰω. 2,23· «πὰς ὁ ἁρνούμενος τὸν Υἱὸν οὐδὲ τὸν Πατέρα ἔχει». Βλ. καὶ Ἰω. 15, 23.
  • 6. Γεν. 9, 26. «καὶ εἶπεν. εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Σήμ, καὶ ἔσται Χαναὰν παῖς οἰκέτης αὐτοῦ». Ἂν οἱ ἐδῶ ἀναφερόμενοι Ἰουδαῖοι εἶναι ἐξιουδαϊσθέντες Χάζαροι, καὶ ὄχι κατὰ σάρκα Ἰουδαῖοι, ὡστόσο θεωροῦν καὶ πάλι τὸν ἑαυτό τους δέκτη τῶν ἰουδαϊκῶν ἐπαγγελιῶν, χάρις στὴν περιτομή. μόνον ὁρισμένοι σύγχρονοι Ἕλληνες ἐπιθυμοῦν νὰ ταυτίζουν τὸν Ἑλληνισμὸ μὲ τὴν εἰδωλολατρία καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὴν προσφερμένη διὰ τῶν Ἰουδαίων σωτηρία τοῦ μόνου Θεοῦ στὰ ἔθνη καί, μεταξὺ αὐτῶν, καὶ στὸ Γένος μας!  
  • 7. Τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως συγκαταλέγει στοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰάφεθ τοὺς «Ἰωύαν», δηλ. τοὺς Ἴωνες, τοὺς Ἕλληνες. Στὴν ἐπιστήμη τῆς γλωσσολογίας γίνεται λόγος γιὰ ἰαπετικὴ ἢ ἰνδοευρωπαϊκὴ ἢ ἰνδογερμανικὴ ὁμογλωσσία (μερικοὶ ὑποστήριξαν πὼς οἱ ἰνδοευρωπαϊκοὶ λαοὶ ἀποτέλεσαν καὶ ὁμοεθνία), λόγω τῶν διαπιστωμένων κατ' ἀρχὰς γλωσσικῶν ὁμοιοτήτων μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς, λατινικῆς, σανσκριτικῆς (ἀρχαίας ἰνδικῆς) καὶ περσικῆς γλῶσσας (Sir William Jones, 1786), ὁμοιοτήτων ποὺ ἀργότερα διαπιστώθηκαν καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες (γερμανική, κελτική, βαλτική, σλαβική, ἀρμενικὴ κ.ἄ.). Ὁ ὅρος «ἰαπετικὸς» προέρχεται ἀπὸ τὸν μυθολογικὸ Ἰαπετό, κυβερνήτη τῶν Τιτάνων καὶ τοῦ κόσμου πρὸ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Διός, υἱὸ τοῦ Ουρανοῦ καὶ τῆς Γαίας καὶ σύζυγο τῆς Ἀσίας. Εἶναι βέβαια ἐμφανὴς ἡ ὁμοιότης τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ ὀνόματος «Ἰάφεθ» καὶ τῆς ἑλληνικῆς παραφθορᾶς «Ἰαπετός». Ὁ πίνακας τῶν λαῶν τοῦ 10ου κεφαλαίου τῆς Γενέσεως μᾶς παρουσιάζει τοὺς ἀπογόνους τῶν τριῶν τοῦ Νῶε, τῶν Σήμ, Χὰμ καὶ Ἰάφεθ καὶ τοὺς λαούς ποὺ προῆλθαν ἀπ' αὐτούς ἀμέσως πρὸ τῆς συγχύσεως τῶν γλωσσῶν στὴ Βαβέλ. Τὶς γενεαλογίες αὐτὲς τὶς συναντοῦμε πολλάκις καὶ στὰ ἔργα τῶν βυζαντινῶν χρονογράφων. πρὸ αὐτῶν ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος Ρώμης, στὸ ἔργο του Χρονικά. ταυτόχρονα παραδίδει καὶ τὴ γεωγραφική τους κατανομή. Ἰνδοευρωπαῖοι θεωροῦνται καὶ πολλοὶ λαοὶ προκάτοχοι τῶν Ἑλλήνων στὴ γεωγραφική μας περιοχὴ (Αἵμονες, Ἄονες, Δρύοπες, Πελασγοί, Φοίνικες κ.ἄ.) ὅπως καὶ οἱ «πρωτοέλληνες» Δαναοὶ καὶ Ἄβαντες. Περὶ αὐτοῦ βλ. Mιx. Σακελλαρίου, «Οἱ γλωσσικὲς καὶ ἐθνικὲς ὁμάδες τῆς ἑλληνικῆς προϊστορίας», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους 1 (1970) σελ. 358. 362ε. (234-235 μ.Χ.) παρουσιάζει ἀναλυτικὰ τοὺς λαούς ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τοὺς υἱούς τοῦ Νῶε. Στοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰάφεθ συγκαταλέγει (Χρονικὰ 56ε., ΒΕΠΕΣ 6, 234ε) μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν Γάμερ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθαν οἱ Κιμέριοι, τὸν Μαγὼγ ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθαν οἱ Κέλτες καὶ οἱ Γαλᾶτες, τὸν Μαδάι (γενάρχη τῶν Μηδῶν), τὸν Ἰωύαν (γενάρχη Ἑλλήνων καὶ Ἰώνων) κ.ἄ.
  • 8. Γέν. 9,27· «πλατύναι ὁ Θεὸς τῷ Ἰάφεθ, καὶ κατοικησάτω ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Σὴμ καὶ γενηθήτω Χαναὰν παῖς οἰκέτης αὐτοῦ». Οἱ ἑρμηνευτὲς βλέπουν στὶς προφητεῖες αὐτὲς ἀφ' ἑνὸς τὴν πρόρρηση περὶ τῆς εὐλογήσεως τοῦ Σήμ, διότι ἀπ' αὐτὸν θὰ ἐρχόταν ἡ σωτηρία, ὁ Χριστός, ἀφ' ἑτέρου τὴν ἐξάπλωση τῆς σωτηρίας στὰ ἔθνη, στοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰάφεθ, οἱ ὁποῖοι τελικῶς καὶ ἀπετέλεσαν τὸ κύριο μέρος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε κατὰ κύριο λόγο νὰ εἶναι «οἶκος» τοῦ Σήμ, δηλ. τῶν Ἰουδαίων. Βλ. Ἀρχιμ. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλου, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Ο', τόμος. Α', ἐκδ. «Λυδία», Θεσσαλονίκη 19864, σελ. 97.
  • 9. Ὁ Χριστὸς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καταραμένος ἐπειδὴ σταυρώθηκε. βλ. Δευτ. 21, 22. 23. «Ἐὰν δὲ γένηται ἔν τινι ἁμαρτία κρίμα θανάτου καὶ ἀποθάνῃ καὶ κρεμάσητε αὐτὸν ἐπὶ ξύλου, οὐ κοιμηθήσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ξύλου, ἀλλὰ ταφῇ θάψετε αὐτὸ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅτι κεκατηραμένος ὑπὸ Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου. καὶ οὐ μὴ μιανεῖτε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ». Βλ. καὶ Γαλ. 3, 13. Οἱ Ἰουδαῖοι ἴσως ὑπονοοῦν ταυτόχρονα ὅτι καὶ οἱ Χριστιανοὶ εἶναι καταραμένοι, ἐπειδὴ ἐλπίζουν σὲ ἀνθρώπους, κατὰ τὸ Ἰερ. 17, 5. «ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὅς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ' ἄνθρωπον καὶ στηρίξει σάρκα βραχίονος αὐτοῦ ἐπ' αὐτόν, καὶ ἀπὸ Κυρίου ἀποστῇ ἡ καρδία αὐτοῦ».
  • 10. Πολλαχοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι φανερὴ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸ Δαβὶδ καὶ σὲ ὅλον τὸν Ἰσραήλ, χάριν αὐτοῦ. ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε τὰ Ψαλμ. 88, 4. 5. 21. 50.131, 10.11.17 καὶ τὸ Ἡσ. 55, 3.
  • 11. Ψαλμ. 40,10. «καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ' ὃν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ' ἐμὲ πτερνισμόν». Στὸ στῖχο αὐτὸ ὁ Δαβὶδ ἀναφέρεται στὴν προδοσία τοῦ φίλου του Ἀχιτόφελ, προφητικὰ δὲ προμηνεύει καὶ τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα ἐναντίον τοῦ Κυρίου (πρβλ. Ἰω. 13,18). ἔτσι ἡ ἀκριβὴς ἑρμηνεία τοῦ χωρίου δὲν εὐνοεῖ ἀμέσως τὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, πὼς δηλαδὴ ὁ ἐδῶ ἀναφερόμενος «ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης» τοῦ Δαβὶδ εἶναι ὁ Χριστός, ἐμμέσως ὅμως δεικνύει πὼς καὶ ὁ Δαβὶδ εἶχε στηρίξει, ἔστω καὶ ματαίως, τὴν ἐλπίδα του σὲ ἄνθρωπο, χωρὶς ὡστόσο νὰ θεωρεῖται καταραμένος.
  • 12. Ἐδῶ βέβαια πρέπει νὰ μνημονευθεῖ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ περὶ τῆς θεότητος τοῦ Μεσσία, δηλ. περὶ τῆς θεότητός Του, ἔναντι τῶν Φαρισαίων, ἐπιχείρημα παρμένο ἀπὸ τὸν Προφητάνακτα Δαβίδ.. πρβλ. Ματθ. 21,15, Μάρκ. 11,10), ἀφ' ἑτέρου τῆς διαπίστωσης τοῦ ἰδίου τοῦ Δαβὶδ ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι Κύριός του (σύμφωνα μὲ τὸ μεσσιανικὸ Ψαλμ. 109, 1), συνάγεται πὼς ὁ Μεσσίας εἶναι Κύριος, δηλ. Θεός, τοῦ Δαβὶδ καὶ ὄχι ἀπλὸς υἱός, κατ' ἄνθρωπο δηλ. ἀπόγονός του. Βλ. Ματθ. 22, 41-46, Μάρκ. 12, 35. 36 καὶ Λουκ. 20, 41-44. βάσει ἀφ' ἑνὸς τῆς παλαιοδιαθηκικῆς προφητικῆς πίστης ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ εἶναι ἀπόγονος τοῦ Δαβὶδ (Ψαλμ. 88, 3. 4. 131, 11, Ἡσ. 11,1, Ἰερ. 23, 5
  • 13. Βλ. Α' Κορ. 17,18. 19. «περιτετμημένος τὶς ἐκλήθη; μὴ ἐπισπάσθω. Ἐν ἀκροβυστία τὶς ἐκλήθη; μὴ περιτεμνέσθω. Ἡ περιτομὴ οὐδὲν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδὲν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ». Φιλιπ. 3, 3. «ἡμεῖς γὰρ ἐσμὲν ἡ περιτομή, οἱ Πνεύματι Θεοῦ λατρεύοντες καὶ καυχώμενοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ οὐκ ἐν σαρκὶ πεποιθότες». Βλ. καὶ Ρωμ. 4, 9-12. Γαλ. 5, 6. 6,15.
  • 14. Λουκ. 2, 21. Ὁ Κύριος περιετμήθη ἀφ' ἑνὸς διὰ νὰ μαρτυρεῖται πάντοτε τὸ ὅτι ἔλαβε πραγματικὴ ἀνθρώπινη φύση ἔναντι τῶν αἱρετικῶν ποὺ τὴν ἁρνοῦνταν, ἀφ' ἑτέρου γιὰ νὰ ἀποστομώσει τοὺς ἀσεβεῖς ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριζαν ὅτι καταλύει τὸν Νόμο. Πέραν τούτου ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου συμβολίζει καὶ τὴν ὁριστικὴ ἐν Χριστῷ περιτομὴ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. αὐτὰ μᾶς διδάσκει ἡ ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου τὴν 1η Ἰανουαρίου.
  • 15. Πρβλ. Γέν. 17,11.
  • 16. Σὲ ἕνα παρόμοιο διάλογο, πολὺ νωρίτερα (περίπου 155 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς, ἀπαντώντας στὸν Ἰουδαῖο Τρύφωνα σχετικῶς μὲ τὴν ἀξία τῆς περιτομῆς, τονίζει ὅτι αὐτὴ δόθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς σημεῖο διακρίσεως τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, ἀλλὰ καί, κατὰ τὴν πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τιμωρηθοῦν μόνον οἱ Ἑβραῖοι γιὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. ἡ περιτομὴ τῶν Ἰουδαίων εἶναι τύπος, προεικόνιση τῆς περιτομῆς τῆς καρδίας -ἀποκοπῆς τῶν κακῶν ἀπὸ τὴν καρδιά, πρᾶγμα ποὺ ἐπιτυγχάνεται μόνον ἐν Χριστῷ. διάλογος πρὸς Τρύφωνα Ἰουδαῖον 16, 18, 19, 28, 113, PG 6, 509ΑΒ, 516Α-517Α, 563B, 757B. Μνημονευτέα ἐδῶ καὶ ἡ διαπίστωση τοῦ ἀτελέσφορου τῆς κατὰ σάρκα περιτομῆς τοῦ παλαιοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἰερεμία (9, 26). «ὅτι πάντα τὰ ἔθνη ἀπερίτμητα σαρκί, καὶ πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ἀπερίτμητοι καρδίας αὐτῶν». 
  • 17. Βλ. Ματθ. 28, 19, Μαρκ. 16, 16. «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» καὶ Ἰω. 3, 5. «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μὴ τὶς γενηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Βλ. καὶ Πράξ. 2, 38 καὶ Α' Πέτρ. 3, 21. «ὅ καὶ ἡμᾶς ἀντίτυπον νῦν σώζει βάπτισμα».    
  • 18. Μᾶλλον ἐννοεῖ ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ὁ πρῶτος καὶ ὄχι βέβαια ὁ μόνος ποὺ ἔλαβε παραπάνω ἀπὸ μία γυναῖκες.Γέν. 7,13. πρῶτος διαρρήξας τὸ θεσμὸ τῆς μονογαμίας γενικῶς εἶναι προφανῶς ὁ φονεὺς λάμεν Γέν. 4, 19). Ἄλλωστε καὶ μετὰ τὸν Ἀβραὰμ πολλοὶ δίκαιοι ἔλαβαν πολλὲς γυναῖκες, ὅπως π.χ. ὁ Προφητάναξ Δαβίδ, (βλ. Β' Βασ. 3, 2-5). Ὁ Ἀβραὰμ ἔλαβε ὡς σύζυγο τὴ Σάρρα, ἡ ὁποία ὅμως ἐπειδὴ δὲ μποροῦσε νὰ τεκνοποήσει, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ ἀποκτήσει ἀπόγονο ἀπὸ τὴν δούλη της, τὴν Ἄγαρ (Γέν. 16, 1-3). καὶ ναὶ μὲν ἀπὸ τὴν Ἄγαρ γεννήθηκε ὁ Ἰσμαὴλ (Γέν. 16, 4.11), ὡστόσο ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ περὶ εὐλογήσεως ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀπὸ τὸν ἀπόγονό του ἐκπληρώθηκε διὰ τοῦ θαυματουργικῶς γεννηθέντος ἀργότερα (Γέν. 21, 1-4), ἀπὸ τὴν γερόντισσα πλέον Σάρρα, Ἰσαάκ, κατὰ σάρκα προπάτορος τοῦ Χριστοῦ.             Πράγματι, μέχρι τὸν Ἀβραὰμ δὲ φαίνεται πουθενὰ πολυγαμία ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ (ἐπὶ παραδείγματι οἱ τρεῖς υἱοὶ τοῦ Νῶε εἶχαν ἀπὸ μία σύζυγο)
  • 19. Γέν. 32, 25. «εἶδε δὲ, ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτόν, καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλᾶτος τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ ἐν τῷ παλαῖειν αὐτὸν μετ' αὐτοῦ». Ὁ «ἄνθρωπος» ποὺ πάλαισε μὲ τὸν Ἰακὼβ στὸ χείμαρρο Ἰακὼβ δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ «ἄγγελος Γιαχβέ», ὁ Ὁποῖος καὶ πρὸ τῆς ἐνσάρκου ἐπιδημίας Του φανερωνόταν στοὺς Προφῆτες μὲ μορφὴ ἀνθρώπου. Σχετικὲς πατερικὲς μαρτυρίες βλ. εἰς ἡμ. ἄρθρον, «Ἡ ἀπεικόνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος», Θεοδρομία 2 (1999) 18ε. 
  • 20. Ὁ Ἰακὼβ ἔλαβε τέσσερεις γυναῖκες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες γεννήθηκαν (ἀκριβέστερα «ἐτέχθησαν») οἱ δώδεκα Πατριάρχες τοῦ Ἰσραήλ: τὴ Λεία καὶ τὴ Ραχήλ, θυγατέρες τοῦ Λάβαν (Γέν. 29, 15-30) καὶ τὶς θεραπαινῖδες τους, Ζελφὰν καὶ Βαλλὰν ἀντιστοίχως (Γέν. 30, 3. 9). Ἀπὸ τὴ Λεία γεννήθηκαν οἱ Ρουβήν, Συμεών, Λευί, Ἰούδας, Ἰσσάχαρ καὶ Ζαβουλών, ἀπὸ τὴ Ραχὴλ οἱ Ἰωσὴφ καὶ Βενιαμίν, ἀπὸ τὴ Ζελφὰν οἱ Γὰδ καὶ Ἀσὴρ καὶ ἀπὸ τὴ Βαλλὰν οἱ Δὰν καὶ Νεφθαλείμ. Βλ. Γέν. 29, 31-30, 22. 35, 16-18. 22-26.
  • 21. Γέν. 32,30. Περὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς λέξεως «Ἰσραὴλ» βλ. ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τὴν Γένεσιν 58, 2,  PG 54, 509. «Ἰσραὴλ δὲ ἑρμηνεύεται, Ὁρῶν Θεόν. Ἐπειδή, ὡς ἰδεῖν ἀνθρώπῳ δυνατόν, ἰδεῖν κατηξιώθης Θεόν, διὰ τοῦτο καὶ τὴν προσηγορίαν σοι ταύτὴν ἐπιτίθημι, ἵνα πᾶσι τοῖς ἑξῆς κατάδηλον γένηται, οἷας ἠξιώθης ὀπτασίας». ΑΒΒΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Διάλεξις κατὰ Ἰουδαίων, PG 89, 1204B. «Ἰσραηλίτης ἑρμηνεύεται νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν, ἐπειδὴ αὐτοὶ πρὸ ὅλων τῶν ἐθνῶν τὸν Θεὸν ἐγνώρισαν».
  • 22. Βέβαια ὁ Βενιαμίν, ὁ τελευταῖος υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, κατὰ τὴ γέννηση τοῦ ὁποίου ἀπέθανε καὶ ἡ πλέον ἀγαπημένη σύζυγος τοῦ Ἰακώβ, ἡ Ραχὴλ (Γέν. 35, 16-19), γεννήθηκε μετὰ τὸ περιστατικὸ τῆς θεοπτίας τοῦ Ἰακὼβ στὸ χείμαρρο Ἰακὼβ καὶ τῆς ναρκώσεως τοῦ μηροῦ του, προφανῶς ὅμως εἶχε ἤδη συλληφθεῖ ὁ Βενιαμὶν ἀπὸ τὴ Ραχὴλ πρὶν τὴν πάλη τοῦ Ἰακὼβ στὸ χείμαρρο.  
  • 23. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὑπονοεῖ ἴσως ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἔλαβε καὶ ἄλλη γυναίκα, τὴ Χεττούρα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπέκτησε καὶ ἄλλα τέκνα (Γέν. 25, 1-4). Ὁ ἅγιος Φιλόσοφός μας προκρίνει ἐδῶ περὶ τῆς περιτομῆς μία σπάνια ἑρμηνευτικὴ ἐκδοχή.Εἰς Γένεσιν 38, 1. 2 PG 53, 351. 352.Εἰς τὴν Γένεσιν ἐρωτήσεις 67. 68, PG 80, 177Β).. λόγω σχετικῆς ἐπιθυμίας τῶν δύο συζύγων ἀπέκτησε τέκνα καὶ ἀπὸ τὶς θεραπαινῖδες τους (ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΟΥ, Εἰς τὴν Γένεσιν ἐρωτήσεις 85, PG 80. 193Βε). Ἄλλωστε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, λόγω ἐλλείψεως χάριτος, ὁ θεϊκὸς νόμος ἦταν γενικῶς λιγότερο ἀπαιτητικὸς στὴν ἐπίτευξη ἀρετῶν, ἡ δὲ πολυγαμία, ἂν καὶ δὲν ἦταν ἐντολή, δὲν ἀπαγορευόταν. Προφανῶς ὁ Ἅγιος Κύριλλος, θέλοντας νὰ προετοιμάσει τὸ ξερρίζωμα τῆς πολυγαμίας ἀπὸ τοὺς Χαζάρους, ἀποφεύγει ἔστω καὶ τὴν παραμικρὴ δικαιολόγησή της, ἀκόμη καὶ στὰ πλαίσια τοῦ Νόμου, θέλοντας νὰ δείξει ὅτι θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξε ἐξ ἀρχῆς ἡ μονογαμία (πρβλ. τὰ πρὸς τοῦτο ἐνδεικτικὰ Ματθ. 19, 3-9. Μάρκ. 10, 2-12). Ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, κατὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, ἐπέδειξε ἀκρασία πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος ἕνα συμβολικὸ σημάδι κατὰ τῆς φιληδονίας, τὴν περιτομή, γιὰ νὰ τὸ κατανοοῦν οἱ μεταγενέστεροι. Ἡ παρατήρηση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου μᾶς δείχνει βέβαια, ὅπως καὶ στοὺς συνομιλητές του, ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ ἔχει καὶ νοήματα κεκαλυμμένα, προσιτὰ μόνο στοὺς ἔχοντες Ἅγιον Πνεῦμα, στοὺς Ἁγίους, καὶ ὄχι μόνον ἐξωτερικά, κατὰ τὴν ἀντίληψη τῶν Ἰουδαίων.      Ἄλλοι ἑρμηνευτὲς ἐπαινοῦν τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἰσμαὴλ ἀπὸ τὴν Ἄγαρ, τὴν θεραπαινίδα τῆς συζύγου του Σάρρας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἔγινε ἀπὸ ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραὰμ στὴ Σάρρα, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της δὲν ἤθελε νὰ μείνει ἄτεκνος ὁ Ἀβραὰμ (ἐνδεικτικῶς βλ. ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «...τὴν προτροπὴν παρὰ τῆς Σάρας δεξάμενος ἑτοίμως ὑπήκουσε, δεικνὺς ὅτι οὐκ ἐπιθυμίας ἕνεκεν ἀπλῶς, οὐδὲ πάθει κατακολουθὼν τῆς συνουσίας ἠνέσχετο, ἀλλ' ὥστε σπέρματος διαδοχὴν καταλιπεῖν». ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΟΥ, παρομοίως καὶ στὴν περίπτωση τῆς τετραγαμίας τοῦ Πατριάρχου Ἰακὼβ ἀποδίδουν τὸ γεγονὸς στὶς συγκυρίες: ὁ Ἰακὼβ ἤθελε ὡς σύζυγο τὴ Ραχήλ, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσαν παραπλανητικῶς καὶ τὴ Λεία
  • 24. Οἱ Ἰουδαῖοι ἐννοοῦν τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων, βασιζόμενοι στὶς μωσαϊκὲς διατάξεις ποὺ ἀπαγόρευαν τὴν προσκύνηση τῶν εἰδώλων, ὅπως λ.χ. τὰ Ἔξοδ. 20, 4. 5 καὶ Δευτ. 17, 2-5.
  • 25. Ἔξοδ. 25, 40. 26, 30. Ἑβρ. 8, 5.
  • 26. Ἡ περιγραφὴ τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῶν σκευῶν της εὑρίσκεται στὰ Ἔξοδ. 24, 12-27, 21.
  • 27. Γ' Βασ. 6, 23-29. Β' Παραλ. 3, 7-14. Ἡ ἀναφορὰ στὶς παλαιοδιαθηκικὲς αὐτὲς εἰκόνες ἀποτέλεσε πάντοτε βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ὅπως εἶναι φανερὸ λ.χ. στὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ στὰ Πρακτικὰ τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Βλ. π.χ. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμα­σκηνοῦ, Λόγος ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας 2, 9, PG 94, 1292Cε., ἐπίσης Πρωτοπρεσβυτέρου Θ. Ζήση, Οἱ εἰκόνες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Φίλη Ὀρθοδοξία 2, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 45.
  • 28. Βεβαίως οἱ Χριστιανοὶ τιμοῦμε τὶς Ἱ. Εἰκόνες καὶ τοὺς Ἁγίους, καὶ δὲν τοὺς λατρεύουμε, ὅπως συχνὰ ἀκούει κανεὶς νὰ ἀναφέρουν κάποιοι ἀγνοοῦντες τὴν θεολογικὴ ὁρολογία.
  • 29. Γιὰ τὴ σημασία τῆς διαφορετικῆς προθέσεως μὲ τὴν ὁποία γίνεται ἡ προσκύνηση τῶν εἰδώλων καὶ ἡ τιμὴ τῶν εἰκόνων σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς (Λόγος ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας 2,10 PG 94, 1293C) «Οὔτω καὶ ἐν τῷ πράγματι τῶν εἰκόνων, χρῆ ἐρευνᾶν τὴν τὲ ἀλήθειαν, καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ποιούντων. Καὶ εἰ μὲν ἀληθὴς καὶ ὀρθός, καὶ πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων αὐτοῦ... ἀποδέχεσθαι καὶ τιμᾶν, ὡς εἰκόνας, καὶ μιμήματα... κ.ο.κ». Δὲν ἐντάσσεται στὰ πλαίσια τῆς παρούσης παρουσιάσεως βέβαια ἡ παρουσίαση συνόλου τῆς περὶ ἱερῶν Εἰκόνων διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. ἄλλως τε καὶ ὁ παρὼν διάλογος δὲν ἀποτελεῖ τὴν ὁλοκληρωμένη μορφὴ τοῦ αὐθεντικοῦ.
  • 30. Ἐννοεῖται ἡ θυσία παιδιῶν στα εἴδωλα τῶν χαναανιτικῶν θεῶν Βάαλ καὶ Μολόχ, ὅπως περιγράφουν τὰ Δ' Βασ. 16, 3. 17, 16. 17. 21, 6. 23, 10, Ἰερ. 7, 30. 31. 39, 35. Τέτοια θυσία ἀπαγορευόταν καὶ νομικὰ μὲ βάση τὶς διατάξεις Λευϊτ. 18, 21. 20, 2-5.
  • 31. Ἐννοεῖ τὴν παρ' ὁλίγον θυσία τοῦ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸν Ἀβραάμ, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀπέτρεψε τὴν τελευταία στιγμή, ὅταν δοκιμάστηκε καὶ ἔγινε φανερὴ σὲ ὅλους ἡ πίστη καὶ θεοσέβεια τοῦ Πατριάρχου (Γεν. 22,1-18). Παρόμοιο παράδειγμα ἔχουμε καὶ μὲ τὸν Κριτὴ Ἰεφθάε, ὁ ὁποῖος προτίμησε νὰ θυσιάσει τὴ μόνη θυγατέρα του, παρὰ νὰ παραβεῖ τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἰδίᾳ βουλήσει εἶχε δώσει στὸ Θεό (Κριτ. 11, 29-40). Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Φιλόσοφος διὰ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ ἐπιθυμεῖ νὰ δείξει πὼς πρέπει νὰ διακρίνουμε στὶς πράξεις καὶ τὴν πρόθεση μὲ τὴν ὁποία αὐτὲς γίνονται, ὅπως ἔχουμε καὶ παραπάνω σημειώσει.
  • 32. Προβάλλουν τὸ ἐρώτημα, διότι ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνεται βέβαια στὴν Ἁγία Γραφή, ἀπαγορεύει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴ βρώση λαγοῦ (Λευϊτ. 11, 5) καὶ χοίρου (Λευϊτ. 11, 7).
  • 33. Γέν. 9, 3. «ὡς λάχανα χόρτου δέδωκα ὑμῖν τὰ πάντα».
  • 34. Τίτ. 1, 15. «πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς. τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις». Εἶναι εὐνόητο πὼς μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἅγιος Κύριλλος δὲν προσβάλλει τὴ νηστεία, ἀλλὰ τὴν ἰουδαϊκὴ ἀντίληψη πὼς ὑπάρχουν μολυσμένες καὶ καθαρὲς τροφές. ἂν κάποιες τροφὲς ἦταν ἀκάθαρτες δὲ θὰ τὶς εἶχε προτείνει ὁ Θεὸς στὸ Νῶε πρὸς βρώση. ἡ ἀπαγόρευσή τους ἔγινε μὲ τὴ νομοθεσία τοῦ Μωυσῆ γιὰ τὸ λόγο ποὺ ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἀναφέρει. Ἡ χριστιανικὴ νηστεία ἀποσκοπεῖ στὸν κατευνασμὸ τῶν παθῶν καὶ τὴν ὑποβοήθηση τῆς προσευχῆς, ὅπως μᾶς ἐδίδαξε ὁ Κύριος διὰ τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας Του (Ματθ. 4, 2. Λουκ. 4, 2). Ὡστόσο οἱ Χριστιανοὶ θεωροῦμε ὅλα τὰ κτίσματα τοῦ Θεοῦ δημιουργημένα καλά. βλ. Α' Τιμ. 4, 4.(Παιδαγωγὸς 2, 1, PG 8, 405Β. «μυρίων γὰρ ὅσων ἀφείλετο τὴν χρήσιν ὁ Παιδαγωγὸς αὐτούς διὰ Μωυσέως, αἰτίας προσάπτων, κεκρυμμένας μὲν τὰς πνευματικάς, ἐμφανεῖς δὲ τὰς σαρκικάς», καὶ 2, 10, PG 8, 500A, 504B). Κατ' ἄλλους Πατέρες ἡ μωσαϊκὴ ἀπαγόρευση βρώσεως κάποιων ζώων ἀποσκοποῦσε στὴν ἀπαγκίστρωση τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τὶς τροφικὲς συνήθειες τῶν Αἰγυπτίων (ΑΒΒΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Διάλογος μικρὸς πρὸς Ἰουδαίους, PG 89, 1273A.B.). Σημειωτέον βέβαια ὅτι γιὰ πολὺ συγκεκριμένους λόγους, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐδῶ, ἀπαγορεύεται γιὰ τοὺς Χριστιανούς ἡ βρώση ζωικοῦ αἵματος, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ βρώση πνικτοῦ (πνιγμένου), θηριάλωτου (ποὺ ἔχει σκοτωθεῖ ἀπὸ ἄλλο ζῶο), εἰδωλόθυτου (ποὺ ἔχει θυσιαστεῖ στὰ εἴδωλα) ἢ θνησιμαίου ζώου (βλ. Πραξ. 15, 18. 19, 63ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 67ο τῆς Πενθέκτης Συνόδου καὶ 2ο τῆς ἐν Γάγγρα τοπικῆς Συνόδου).            «πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον». Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ παρατήρηση τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως πὼς καθένα ἀπὸ τὰ ζῶα ποὺ ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος θεωρεῖ ἀκάθαρτα ἔχει καὶ κρυφούς συμβολισμούς, ἀναφερόμενους σὲ πάθη
  • 35. Γέν. 1, 31.
  • 36. Δευτ. 32,15. «καὶ ἔφαγεν Ἰακὼβ καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος, ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη. καὶ ἐγκατέλιπε τὸν Θεὸν τὸν ποιήσαντα αὐτὸν καὶ ἀπέστη ἀπὸ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ». Εἶναι διαπιστωμένο ἀπὸ τὴν ἱερὰ ἱστορία τῶν Γραφῶν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν γνωστὴ σὲ μᾶς ὑπόλοιπη ἱστορικὴ πραγματικότητα, ὅτι οἱ λαοὶ ποὺ ἐπιδίδονται σὲ τρυφηλὴ ζωὴ λησμονοῦν γρήγορα τὸ Θεό. γι' αὐτὸ ἄλλωστε καὶ Αὐτὸς ἐν τῇ φιλανθρωπίᾳ Του ἀποστέλλει φυσικὲς καταστροφὲς καὶ ἄλλες πληγὲς γιὰ νὰ ὑπάρξει ἐπίγνωση, μετάνοια καὶ σωτηρία. Πρβλ. Μεγάλου Βασίλειου, Ὅτι οὐκ ἐστὶν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς 5, PG 31, 337D. «Πόλεων δὲ ἀφανισμοί, σεισμοὶ τε καὶ ἐπικλύσεις, καὶ στρατοπέδων ἀπώλειαι, καὶ ναυάγια, καὶ πᾶσαι πολυάνθρωποι φθοραί, εἴτε ἐκ γῆς, εἴτε ἐκ θαλάσσης, εἴτε ἀέρος, ἢ πυρός, ἢ ἐξ ὁποιασοῦν αἰτίας ἐπιγινόμεναι, εἰς τὸν τῶν ὑπολειπομένων σωφρονισμὸν γίνονται, τὴν πάνδημον πονηρίαν δημοσίαις μάστιξι τοῦ Θεοῦ σωφρονίζοντος».
  • 37. ξοδ. 32, 6. «καὶ ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν». Βλ. καὶ Α' Κορ. 10, 7.
  • 38. Ἡ παρέμβαση ἀνήκει στὸ βιογράφο τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸν Βίον Κωνσταντίνου στὴ Ρώμη περὶ τὸ 879 μ.Χ., 18 χρόνια μετὰ τὴν ἀποστολὴ στὴ Χαζαρία. Π. Χρήστου, «Ἐπιδιώξεις τῆς ἀποστολῆς Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου εἰς τὴν Κεντρικὴν Εὐρώπην», Κυρίλλῳ καὶ Μεθοδίῳ τόμος ἑόρτιος ἐπὶ τῇ χιλιοστῇ καὶ ἑκατοστῇ ἐτηρίδι, Ἱερὰ Μητρόπολις Θεσσαλονίκης-Θεολογικὴ Σχολὴ Α.Π.Θ., μέρος Α', Θεσσαλονίκη 1966, σελ. 9. Τὰ ἀναφερόμενα συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου δυστυχῶς δὲ μᾶς σώζονται.
  • 39. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος λέγει σχετικῶς μὲ τὴ μνήμη τῆς Γραφῆς (Λόγος Η', α' ἐν Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου τὰ Εὑρισκόμενα, ἐκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 58): «Ὅτι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας εἶναι ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ προσοχὴ ὅπου πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ διάβασμα. Τὸ δὲ νὰ καταλαμβάνωμεν ἐκεῖνα ὅπου διαβάζομεν εἶναι ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ. Ὅμως τὸ νὰ κρατοῦμεν εἰς τὸν νοῦν μας καὶ νὰ ἐνθυμούμεθα ἐκεῖνα ὅπου καταλαμβάνομεν εἶναι ὅλον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ».
  • 40. Προφανῶς ἐννοεῖ, ἱερὰ βιβλία τῆς εἰδωλολατρικῆς τους θρησκείας. μόνον οἱ Ἰουδαῖοι ἢ οἱ Ἰσλαμιστὲς Χάζαροι εἶχαν βιβλία, αὐτὰ τῶν θρησκειῶν τους. Οἱ εἰδωλολατρικὲς θρησκεῖες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχουν ἱερὰ κείμενα. Ὡστόσο δὲν εἶναι ἀπίθανο οἱ Χάζαροι νὰ ἦταν λαὸς χωρὶς γραφὴ καὶ βιβλία μέχρι τότε.
  • 41. Ἀναφέρεται βεβαίως στὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων καὶ στὴν ἐκδίωξή τους ἀπὸ τὸν Παράδεισο.
  • 42. Προβλ. Γέν. 3, 5. 6.
  • 43. Εἶναι καὶ ἐδῶ φανερὸ ὅτι στὴν ὀρθόδοξη Θεολογία ἡ σχέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲν εἶναι δικαστική, σχέση δικαστοῦ καὶ δικαζομένου (βέβαια καθίσταται τέτοια ἐκ τῶν πραγμάτων γιὰ τοὺς ἀμετανοήτους ἁμαρτωλούς καὶ ἀσεβεῖς ἀνθρώπους), ἀλλὰ σχέση ἱατροῦ καὶ ἀσθενοῦς. ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ Πρωτ. Καθ. Ἰωάννης Ρωμανίδης (Ἱστορικοδογματικὴ Εἰσαγωγὴ ἐν ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶν ἡσυχαζόντων Τριὰς Α', Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τ. Α', ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 27): «διὰ τοὺς Πατέρας δὲν διαχωρίζονται οἱ ἄνθρωποι εἰς ἠθικούς καὶ ἀνηθίκους, ἢ εἰς καλούς καὶ κακούς βάσει ἠθικῶν κανόνων. Ὁ διαχωρισμὸς οὗτος εἶναι ἐπιφανειακός. Εἰς τὸ βάθος διακρίνεται ἡ ἀνθρωπότης εἰς ψυχικὰ ἀρρώστους, εἰς θεραπευομένους καὶ εἰς θεραπευμένους... Δὲν εἶναι μόνον ἡ καλὴ θέλησις, ἡ καλὴ ἀπόφασις, ἡ ἠθικὴ πράξις καὶ ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν ποὺ κάμνει τὸν Ὀρθόδοξον, ἀλλὰ ἡ κάθαρσις, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωσις».      
  • 44.  Περὶ τοῦ ζεύγματος γήινης καὶ ἐφήμερης ἡδονῆς - ἀπαράκλητης καὶ αἰώνιας ὀδύνης καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀνατροπῆς του ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ ζεῦγμα ἁγιαστικῆς καὶ βραχείας ὀδύνης - πνευματικῆς καὶ αἰώνιας ἡδονῆς βλ. τὸ ἐξαίρετον βιβλίον τοῦ Ἀρχιμ. ΕΥΣΕΒΙΟΥ, Ἡδονὴ - Ὀδύνη, ὁ διπλὸς καρπὸς τῆς αἰσθήσεως, Βιβλίο Α', Ὀρθόδοξη Μαρτυρία 34, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 19943.
  • 45. Βλ. Ἰω. 14, 2.
  • 46. Πρβλ. Ματθ. 19, 29· Μαρκ. 10, 30· Λουκ. 8, 8.
  • 47. Ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Φιλοσόφου δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ ὁμιλὼν παραδεχόταν τὴν κακότητα τῆς μουσουλμανικῆς πίστης. ὁ ἴδιος ὁ βιογράφος χαρακτηρίζει κακότητα τὴν σαρακηνὴ πίστη, ἐγκρατὴς τῆς ὁποίας φέρεται ὁ ὁμιλών. Οἱ Χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦταν σαφῶς πιὸ δίκαιοι καὶ ἔντιμοι στὶς περὶ πλανῶν κρίσεις τους, ἀπ' ὅτι ἐμεῖς σήμερα.
  • 48. Σιουρᾶ 3, 35. 19, 27. 3, 48. Βέβαια ὑπάρχουν πολλὰ κορανικὰ χωρία ἀναφερόμενα στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γι' αὐτὰ παραπέμπουμε τὸν ἀναγνώστη στὸ πολὺ κατατοπιστικὸ βιβλίο τοῦ Ν. Π. Βασιλειάδη, Ὀρθοδοξία, Ἰσλὰμ καὶ πολιτισμός, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι, Μάρτιος 2000, σελ. 123ε. Ἐκεῖ ἀποδεικνύεται, ἀνάμεσα καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα, τὸ ἀσυμβίβαστο τῆς χριστιανικῆς θρησκείας μὲ τὴ μωαμεθανική, καὶ ὅτι οἱ ἐκεῖθεν φιλοφρονήσεις γιὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τῆς πίστεώς μας δὲν μποροῦν ν' ἀποτελέσουν βάση προσεγγίσεως, ἰδιαίτερα ὅταν ἐλλείπει ἡ ταυτότητα τῆς πίστεως. γιὰ τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι ἁρνοῦνται τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου, ταιριάζει ἀπολύτως τὸ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου (Α' Ἰω. 2, 22)· «τὶς ἐστὶν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἁρνούμενος ὅτι Ἰησούς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός;». Ἄλλωστε, ὅποιος δὲν εἶναι μὲ τὸ Χριστό, εἶναι ἐναντίον Του, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἰδίου (βλ. Ματθ. 12, 30, Λουκ. 11,23).
  • 49. Δαν. 9,24.
  • 50. Ἡ ζωὴ τοῦ Μωάμεθ τοποθετεῖται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 570-632 μ.Χ. Ἄλλες γνῶμες τοποθετοῦν τὴ γέννησή του στὰ ἔτη 569, 571 ἢ καὶ 580 μ.Χ. Βλ. Π. Βασιλειάδη, ἔνθ' ἀνωτ., σελ. 15. 45ε.
  • 51. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη (ἄνοιξη τοῦ 861 μ.Χ.) ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀκμῆς τῆς Ρωμανίας, τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας (867-1081 μ.Χ., δηλ. δυναστεῖες Μακεδόνων καὶ Δουκάδων), τὰ αὐτοκρατορικὰ ἐδάφη ἐκτείνονταν μέχρι τὴ Ν. Ἰταλία καὶ Σικελία, βορείως στα Βαλκάνια περιελάμβαναν τὴ Δαλματία καὶ ἀνατολικῶς στὴ Μ. Ἀσία ἔφθασαν γιὰ λίγο μέχρι καὶ τὰ Σαμόσατα, μετὰ ἀπὸ σκληρὲς μάχες μὲ τοὺς Ἄραβες. μόλις εἶχε ἀποκρουσθεῖ ἐπιτυχῶς ἡ πρώτη ρωσικὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (860 μ.Χ.), ἐνῶ ἡ Μοραβία (ὅπως ἀργότερα καὶ ἡ Βουλγαρία) περιερχόταν σταδιακῶς στὴ βυζαντινὴ σφαῖρα ἐπιρροῆς. Βλ. ΒΛ. ΦΕΙΔΑ, Βυζάντιο, Ἀθῆναι 19913, σελ. 96ε. Πρβλ. καὶ Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Μεσαιωνικὸς Δυτικὸς Πολιτισμός, ἔκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 182ε.     
  • 52. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀπαριθμώντας τὶς ἐνδεχόμενες αἰτίες ἀναβολῆς τοῦ Βαπτίσματος ἐκ μέρους τοῦ ἀβαπτίστου ὀνομάζει 1) τὴν καταφρόνηση τοῦ βαπτίσματος, 2) τὴν ἀπληστία γιὰ ὅσες ἡδονὲς δὲν θὰ μπορεῖ ν' ἀπολαύσει μετὰ τὸ Βάπτισμα ἢ τὴ ραθυμία καὶ 3) τὴν ἄγνοια ἢ τὴν πρὸς τοῦτο ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία (π.χ. τῶν νηπίων). Ἂν ἐπέλθει ὁ θάνατος πρὶν τὸ Βάπτισμα, οἱ ἄνθρωποι τῆς πρώτης καὶ δεύτερης κατάστασης θὰ τιμωρηθοῦν («δίκας ὑφέξειν», οἱ δεύτεροι λιγότερο, λόγω ἀνοησίας) ἐνῶ τῆς τρίτης οὔτε θὰ δοξασθοῦν οὔτε θὰ τιμωρηθοῦν, ἂν ἦταν ἀπόνηροι, ὅπως λ.χ. οἱ ἐνάρετοι καὶ προετοιμαζόμενοι ἢ τὰ νήπια («μήτε δοξασθήσεσθαι μήτε κολασθήσεσθαι παρὰ τοῦ δικαίου κριτοῦ, ὡς ἀσφραγίστους, μὲν, ἀπονήρους δέ»). Βλ. Λόγος 40, Εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα 23, PG 36, 389ΑC.  
  • 53. Ἄλλη μία πατερικὴ μαρτυρία πὼς ὁ Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν, ὁ ἀναφερόμενος καὶ ἀπὸ τὸν Προφήτη Δανιήλ, εἶναι ὁ μέλλων Κριτὴς τοῦ κόσμου, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἀναφέρεται στὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν, διότι ἡ μορφή του ὡς Κριτοῦ εἶναι γνωστὴ στοὺς Ἰουδαίους Χαζάρους ἀπὸ τὴ σχετικὴ ὀπτασία τοῦ Προφήτου (Δαν. 7, 9-12).
  • 54. Ἡ ἀναφορὰ στὴ Μέλλουσα Κρίση ὑπῆρξε σταθερὴ στὴ θεματολογία τῶν ἱεραποστόλων καὶ ὄχι ἀδίκως, ἐφ' ὅσον ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ οἱ Ἀπόστολοι τὴ χρησιμοποιοῦσαν πολλὲς φορὲς στὸ κήρυγμά τους. Γιὰ τὴ θέση τῆς διδασκαλίας περὶ Μελλούσης Κρίσεως στὸ κατηχητικὸ κήρυγμα τῶν βυζαντινῶν ἱεραποστόλων βλ. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Β', Ἀθήνα 1994, σελ. 28.
  • 55. Ἴσως ἡ εἰδωλολατρικὴ πίστη τῶν Χαζάρων νὰ ἀπαιτοῦσε προσκύνημα πρὸς τὴ Δύση. ἐὰν μή, τότε ὑπονοεῖται ἡ κατὰ τὴν ἰουδαϊκὴ συνήθεια προσκύνηση πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα τῶν ἀπανταχοῦ τῆς γῆς Ἰουδαίων, μιᾶς καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα εὑρίσκονται νοτιοδυτικὰ τῆς Χαζαρίας.
  • 56. Βάσει τῆς προτροπῆς καὶ τῆς ἀπειλῆς αὐτῆς οἱ ὑπήκοοι τοῦ Χαγάνου ἐξαναγκάστηκαν εἴτε σὲ χριστιανικὴ βάπτιση εἴτε σὲ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς ἑστίες τους. Εἶναι βέβαια ἄπρεπος γιὰ τοὺς ἱεραποστόλους, ὡς ἀντίθετος μὲ τὴ χριστιανικὴ πίστη, ὁ ἐξαναγκασμὸς σὲ βάπτιση, ἦταν ὅμως δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε βασιλέως, κατὰ τὰ τότε κρατοῦντα, νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ κράτος τους ὅσους ὑπηκόους εἶχαν πίστη ποὺ θὰ μποροῦσε εἴτε νὰ κλονίσει τὴν ὁμόνοια καὶ συνοχὴ μεταξὺ τῶν ὑπηκόων εἴτε νὰ ἀπομακρύνει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ κράτος. Μὴ λησμονοῦμε δὲ ὅτι ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Μουσουλμάνοι οἱ ὁποῖοι ἐπίεσαν πρῶτοι γιὰ τὴν καθιέρωση μιᾶς θρησκείας ἐξ ὅλων.
  • 57. Ἕνα ἀπὸ τὰ μείζονα προβλήματα τῶν χριστιανῶν ἱεραποστόλων εἶναι ἀνέκα­θεν ἡ καθιέρωση τῆς μονογαμίας καὶ ἡ καταπολέμηση τῆς ἀθεμιτογαμίας σὲ πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι ἐκ παραδόσεων εἰδωλολατρικῆς, ἰουδαϊκῆς, μουσουλμανικῆς ἢ ἄλλης ζοῦσαν μὲ πολυγαμία ἢ αἱμομιξία. Τὸ πρόβλημα συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἐπιλογὴ ἐκ μέρους τοῦ ἀρχικῶς πολυγάμου καὶ κατόπιν ἐκχριστιανισθέντος ἀνδρὸς μιᾶς μόνο ἀπὸ τὶς πολλὲς ὡς τότε συζύγους του (Βλ. Ὁ ἱεραπόστολος τοῦ Ζαΐρ π. Κοσμὰς Γρηγοριάτης, ἐκδ. Ἱεραποστολικοῦ Συνδέσμου «Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», Θεσσαλονίκη 1996, σ. 33) καὶ τὴν οἰκονομικὴ ὑποστήριξη τῶν ὑπολοίπων, ὅπως καὶ τῶν παιδιῶν ποὺ γεννήθηκαν ἀπ' αὐτές. Περὶ τοῦ νομικοῦ πλαισίου τὸ ὁποῖο οἱ βυζαντινοὶ ἱεραπόστολοι προσπαθοῦσαν νὰ καθιερώσουν γιὰ τὴν περιφρούρηση τοῦ γάμου στὰ νεοφώτιστα ἔθνη βλ. ΒΛ. ΦΕΙΔΑ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἔνθ' ἀνωτ., σελ. 37ε.
  • 58. Τὸ ὄνομά του ἦταν Μουταβακκήλ. Βλ. ΑΝΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μαρτυρία καὶ διακονία τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, τ. Γ', ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 186.
  • 59. μὲ ἀφορμὴ παρόμοια περιστατικὰ προσπαθοῦν μερικοὶ ἱστορικοὶ νὰ ἀποδείξουν τὸ ὅτι ἡ βυζαντινὴ ἱεραποστολὴ ἐξυπηρετοῦσε πρωτίστως τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὅπως ἔχει εὔστοχα, ὡστόσο, ἐπισημανθεῖ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Καθηγητὴ Π. Χρήστου ὡς πρὸς τὴν ἱεραποστολὴ στοὺς Σλάβους («Ἐπιδιώξεις τῆς ἀποστολῆς Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου εἰς τὴν Κεντρικὴν Εὐρώπην», ἔνθ' ἀνωτ., σελ. 10): Ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη σκέψις, δὲν θὰ ἐστέλλοντο οἱ ἱεραπόστολοι μὲ ὅπλα προωθοῦντα τὴν ἀνεξαρτησία τῶν σλαβικῶν ἐθνῶν, τὸ ἀλφάβητον, δηλαδὴ καὶ τὰς μεταφράσεις».Β Ἐδῶ μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε μία ἀκόμη διαφορὰ ἀπὸ τὶς ἱεραποστολὲς τῶν παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν. Καὶ ὁ Καθηγητὴς Βλάσιος Φειδᾶς σημειώνει (Βυζάντιο, ἔνθ' ἀνωτ., σελ. 284): «Εἶναι γενικὰ διαπιστωμένο ὅτι ἡ ἱεραποστολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου ἐνίσχυε ὄχι μόνο τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας, ἀλλὰ καὶ τὴ συνείδηση τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας τῶν μεταστρεφόμενων στὸν χριστιανισμὸ βαρβαρικῶν λαῶν ».

"ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ"
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΤΕΥΧΟΣ 7 . ΙΟΥΛΙΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2000


  


active³ 5.0 · IPS κατασκευή ιστοσελίδων · Όροι χρήσης